Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ροδανθός και Μαραθούσα


                                ΡΟΔΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΟΥΣΑ
του Σωτήρη Κοσμίδη, Β2
            Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στη Θεσσαλονίκη ο πιο κακός και δύστροπος γέρος που έζησε ποτέ πάνω σε αυτήν τη γη, ο γεροτσεφέτος. Μαζί του τώρα πια ζούσε μόνο η πανέμορφη Μαραθούσα, αφού η γυναίκα του μαζί με τον γιο τους τον είχαν εγκαταλείψει μη μπορώντας να ανεχτούν την παραξενιά του και την έμφυτη τσιγγουνιά του. Η κυρά Φρόσω, η γυναίκα του, τον είχε παντρευτεί από προξενιό. Η φτώχεια την έριξε στο σπίτι του Τσεφέτο, έκανε ένα παιδί μαζι του, αλλ΄η ζωή τους ήταν αφόρητη. Έτσι αυτοί προτίμησαν την φτώχεια, εξαιτίας της γρουσουζιάς του γέρου. Η Φρόσω άφησε όμως τη μονάκριβή της κόρη στον άντρα της, ο οποίος όμως παρόλα τα στραβά του τη λάτρευε.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ο Θησαυρός του Επταπυργίου


Ο Θησαυρός του Επταπυργίου
της Ελευθερίας Γεργωλά, Β1

Σε μια εποχή πολύ μακρινή από τη δική μας, ήταν  κάποτε ένας πύργος, Επταπύργιο ονομαζόταν, και λεγόταν ότι μέσα υπήρχε μεγάλος θησαυρός. Κανείς όμως δεν μπορούσε να τον πλησιάσει, γιατί το δάσος που το περικύκλωνε ήταν στοιχειωμένο. Σ’ ένα βασίλειο εκεί κοντά, ζούσε ένας τρανός και δίκαιος βασιλιάς μαζί με την γυναίκα του. Αυτός ο βασιλιάς είχε μια κόρη, τόσο όμορφη που την υμνούσαν για την ομορφιά της και έφτιαχναν τραγούδια για αυτήν. Ο βασιλιάς ήθελε να παντρέψει την κόρη του, γι‘ αυτό της έφερνε παλικάρια μόνο από αριστοκρατικές οικογένειες για να διαλέξει.
Η κόρη του όμως αρνιόταν, και έλεγε πως αυτός που θα την παντρευόταν δεν χρειαζόταν να είναι πλούσιος, αλλά να έχει καλή καρδιά. Ο πατέρας της διαφωνούσε και συνέχισε με το ίδιο τροπάρι. Η πριγκίπισσα δεν διάλεγε κανένα από τα παλικάρια που της έφερνε ο πατέρας της γιατί όλα είχαν στο μυαλό τους την κληρονομιά της. Κάποια στιγμή,  αγανακτισμένη και απελπισμένη, η πριγκίπισσα κατέφυγε, για βοήθεια, σε μια μάγισσα που ζούσε στο στοιχειωμένο δάσος κοντά στο Επταπύργιο. Η μάγισσα λυπήθηκε την νεαρή κοπέλα και τη βοήθησε.

Ο Ασχημόμορφος


Ο Ασχημόμορφος
της Αντιγόνης Ελευθερίου, Β1

Πριν από εκατοντάδες χρόνια, τότε που στη γη τριγύριζαν καβαλάρηδες με πανοπλίες, υπήρχαν κάστρα ιππότες και πριγκίπισσες, ζούσε σε ένα απομονωμένο χωριό, ένα μικρό αγόρι. Το όνομα του ήταν παράξενο. Τον είχαν ονομάσει «Ασχημόμορφο»,  γιατί το πρόσωπο του ήταν παράξενο και είχε και μια καμπούρα στην πλάτη. Ζούσε με τους γονείς του, οι οποίοι δούλευαν στα χωράφια.
Καθώς μεγάλωνε έγινε μονόχνοτος και παράξενος, ίσως και λόγω της εξωτερικής του παραμόρφωσης. Κάποια στιγμή ο Βασιλιάς της χώρας κήρυξε πόλεμο σε μια γειτονική χωρά. Ζήτησε τότε από όλους τους άντρες και τα αγόρια άνω των 18 να καταταχτούν στο στρατό. Έτσι έπρεπε και ο Ασχημόμορφος να υπηρετήσει την πατρίδα του. Χαιρέτησε τους γονείς του και ξεκίνησε για την μεγάλη πολιτεία.
Όταν έφτασε εκεί αντίκρισε τα μεγάλα τείχη της πολύς και εντυπωσιάστηκε πολύ. Γύρω από τα τείχη είχε μια μεγάλη τάφρο. Στο βάθος φαινόταν ψηλά τα κάστρα. Ήταν πολύ εντυπωσιακά. Τότε μια μεγάλη γέφυρα κατέβηκε πάνω από την τάφρο και το αγόρι μπήκε μέσα στην πόλη. Αφού ρώτησε κάποιους ανθρώπους που έτρεχαν να κάνουν τις δουλειές τους, κατάφερε και βρήκε το μέρος, όπου συγκεντρώνονταν οι στρατιώτες.
Μόλις τον αντίκρισε ο λοχαγός, θέλησε να τον διώξει. Εκείνος όμως, εντυπωσιασμένος  από όλα αυτά που είχε δει, τον  παρακάλεσε να τον αφήσει να προσπαθήσει να εκπαιδευτεί μαζί με τους υπόλοιπους.